Concept information
ΤΜΗΜΑ VIII - ΔΕΡΜΑΤΑ, ΓΟΥΝΟΔΕΡΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΥΛΕΣ. ΕΙΔΗ ΣΕΛΟΠΟΙΙΑΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΖΩΑ. ΕΙΔΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ, ΣΑΚΙΔΙΑ ΧΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΜΟΙΑ. ΤΕΧΝΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΝΤΕΡΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 43 - ΓΟΥΝΟΔΕΡΜΑΤΑ ΚΑΙ ΓΟΥΝΑΡΙΚΑ. ΤΕΧΝΗΤΑ ΓΟΥΝΟΔΕΡΜΑΤΑ
4302 Γουνοδέρματα δεψασμένα ή κατεργασμένα (στα οποία περιλαμβάνονται και τα κεφάλια, ουρές, πόδια και άλλα κομμάτια, αποκόμματα και απορρίμματα), που δεν έχουν συναρμολογηθεί ή έχουν συναρμολογηθεί (χωρίς προσθήκη άλλων υλών), άλλα από εκείνα της κλάσης 4303
Término preferido
4302 30Γουνοδέρματα ολόκληρα και τα κομμάτια και απορρίμματά τους, που έχουν συναρμολογηθεί
Conceptos específicos
Etiquetas alternativas
- Γουνοδέρματα ολόκληρα και τα κομμάτια και απορρίμματά τους, που έχουν συναρμολογηθεί
En otras lenguas
-
alemán
-
ganze Pelzfelle, Teile und Überreste davon, zusammengesetzt
-
búlgaro
-
Цели кожухарски кожи и техните части и изрезки, съединени
-
checo
-
Celé kožešiny a jejich kousky nebo odřezky, sešité
-
croata
-
cijela krzna i njihovi dijelovi ili odsječci, sastavljeni
-
danés
-
Hele pelsskind samt stykker eller afklip deraf, sammensatte
-
eslovaco
-
Celé kožušiny a kúsky alebo odrezky z nich, spájané
-
esloveno
-
Celo krzno in deli ali odrezki iz njega, sestavljeno
-
español
-
Pieles enteras, trozos y recortes de pieles, ensamblados
-
estonio
-
terved karusnahad, nende tükid ning lõiked, ühendatud
-
finés
-
kokonaiset nahat sekä nahan osat tai leikkeet, yhdistetyt
-
francés
-
Pelleteries entières et leurs morceaux et chutes, assemblés
-
húngaro
-
Egész szőrme és részei vagy vágott darabjai összeállítva
-
inglés
-
Whole skins and pieces or cuttings thereof, assembled
-
irlandés
-
Craicne iomlána agus píosaí nó gearrtháin astu, iad cóimeáilte
-
italiano
-
Pelli da pellicceria intere e loro pezzi e ritagli, riuniti
-
letón
-
veselas ādas, to gabali un atgriezumi, sašūtas
-
lituano
-
Vientisos odos ir jų dalys arba atraižos, sujungtos
-
maltés
-
Ġlud sħaħ u partijiet jew qatgħat tagħhom, assemblati
-
neerlandés
-
samengevoegde pelterijen
-
polaco
-
Całe skóry i części lub kawałki z nich, połączone
-
portugués
-
Peles com pelo inteiras e respetivos pedaços e aparas, reunidos (montados)
-
rumano
-
Blănuri întregi și părți ale acestora și resturi, asamblate
-
sueco
-
Hela skinn och delar eller avklipp av skinn, hopfogade
URI
http://data.europa.eu/xsp/cn2024/430230000080
{{label}}
{{#each values }} {{! loop through ConceptPropertyValue objects }}
{{#if prefLabel }}
{{/if}}
{{/each}}
{{#if notation }}{{ notation }} {{/if}}{{ prefLabel }}
{{#ifDifferentLabelLang lang }} ({{ lang }}){{/ifDifferentLabelLang}}
{{#if vocabName }}
{{ vocabName }}
{{/if}}